
Στην κοινή συνείδηση υπήρχε εδώ και χρόνια μία μεγάλη συντεχνία και
μία υπο-συντεχνία της. Ήταν η συντεχνία των δημοσίων υπαλλήλων και η
υπο-συντεχνία των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ. Ελπίζω σε αυτό να συμφωνούμε
όλοι. Έρχονται, λοιπόν, οι τρεις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών και ως
άλλοι Ζορό του αδικημένου ιδιωτικού τομέα, θέλουν να ξεμπερδεύουν με τις
συντεχνίες του Δημοσίου προς όφελος, όπως λένε, της αγοράς.
Ξεκίνησε, λοιπόν, η κυβέρνηση των πασοκοΛοβέρδων το ξεκλήρισμα των
συντεχνιών του Δημοσίου και το ολοκληρώνει πάλι μία κυβέρνηση των
δεξιοΛοβέρδων, με το ίδιο ζηλευτό πάθος. Κι εδώ αρχίζουν τα περίεργα.
Ξαφνικά, μαθαίνουμε ότι συντεχνίες δεν υπάρχουν μόνο στο Δημόσιο αλλά
υπάρχουν πολύ περισσότερες στον ιδιωτικό τομέα.
Η κυβέρνηση ανακαλύπτει τη συντεχνία των φαρμακοποιών, των μικρών
διαγνωστικών κέντρων, των περιπτεράδων, των αρτοποιών, των
φορτηγατζήδων, των ταξιτζήδων, των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, των
ναυτεργατών, των αγροτών, των κτηνοτρόφων, των μικροπωλητών, των
βιομηχανικών εργατών που απολύονται σωρηδόν και κλωτσηδόν των…, των…,
των…
Όλες αυτές οι επαγγελματικές ομάδες βαφτίζονται συντεχνίες με
τεράστια ευκολία από την κυβέρνηση και τα ιδιόκτητα ΜΜΕ της, οπότε
ξαφνικά η κοινωνία των εργαζομένων σε Δημόσιο και Ιδιωτικό τομέα
μετατρέπεται σε ένα σύνολο αμαρτωλών συντεχνιών. Το οποίο, μάλιστα, δε
δικαιούται ούτε να ομιλεί, ούτε να αντιδρά, ούτε να διεκδικεί.
Δικαιούται μόνο να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα τον χαρακτηρισμό της
«βλαπτικής για τη σωτηρία της χώρας» συντεχνίας. Α, ναι, και να νιώθει
ενοχές για τα πάντα.
Να νιώθει ενοχές όταν υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, διότι το συμφέρον είναι διαβολικό, κακό, απεχθές και παράνομο.
Νομίζω ότι και σε αυτό συμφωνούμε οι περισσότεροι. Δεν προσπαθώ να
περιγράψω κάτι καινούριο, ούτε να εξηγήσω για ποιο λόγο θα έπρεπε όλοι
μαζί, ενωμένοι και δίχως διαχωρισμούς «Δημόσιου – Ιδιωτικού τομέα» να
παλέψουμε τουλάχιστον για τα βασικά. Όπως έγραψα και σε μία φίλη, μας
έτυχε να ζήσουμε στην κοινωνία όπου οι Εφιάλτες είναι περισσότεροι από
τους Σπαρτιάτες. Ως εκ τούτου, ανθρωποφαγία μετ’ απολαύσεως.